Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Το τζουκ μποξ στην ταράτσα, (Λαμία, λίγες δεκαετίες πριν... πρόσωπα γνωστά και αγαπημένα)

ΤΟ "ΤΖΟΥΚ ΜΠΟΞ" ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ, ΤΗΣ ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Με την Ιωάννα μιλάμε με τα μάτια…Χρόνια γνωριμίας! Πέφτει κάτι στην αντίληψή μας, «κουμπώνουν» οι ματιές, χαμογελάνε τα χείλη, τσιμπιούνται οι μνήμες, ξεχειλίζουν τα γέλια. Φίλες ισόβιες! Αν και απολύτως αντίθετοι χαρακτήρες. Προχθές λοιπόν μου είπε το Ιωαννάκι με σιγουριά «Κουμπάρα πρέπει να σας πάμε οπωσδήποτε σ΄ένα ταβερνάκι που ανακαλύψαμε στη Γλυφάδα. Θα το λατρέψεις. Μοιάζει βέβαια με συγκέντρωση ΚΑΠΗ αλλά εσύ ειδικά θα πεθάνεις». Ήξερε! Πέθανα! Ταξίδεψα.
Στη ταβέρνα της Πόπης λοιπόν. Ο μισός τοίχος καλάμι, ο υπόλοιπος βαμμένος με ριπολίνη, κουρτίνα- μπερντές να κρύβει το χώρο της κουζίνας, ζωγραφιά με τον περίφημο μέθυσο με την κόκκινη μύτη, καρέκλες παράταιρες, γεύσεις πεντανόστιμες απλοϊκές, κεφτεδάκια να μοσχομυρίζουν δυόσμο, πατάτα τηγανιτή χοντροκομμένη, οσομπούκο με πατάτες στο φούρνο. Του απόλυτου ονείρου! Και μέσα σ΄όλο αυτό το σκηνικό, όντως συγκέντρωση θαρρείς των ΚΑΠΗ (πολλές φορές αναρωτήθηκα αν μερικοί θα το «βγάλουν» πέρα το γλέντι ως το τέλος…) υπήρχε και ένας κύριος που μου θύμιζε δάσκαλο Ωδικής, με την κιθάρα του, που τραγουδούσε τόσο μαγικά, τόσο γλυκά…Όσο γλυκά κύλαγαν οι αναμνήσεις από κάθε τραγούδι. «Πάνω στην άμμο τη ξανθή» ,  «Χάρτινο το φεγγαράκι» ,  «Όμορφη πόλη» , «Σταμούλης ο λοχίας» , «Όλου του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου» . Τι στίχος!

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά από το να πεταρίζει η ψυχή σου με τραγούδι και να μην έχεις άνθρωπο να το αφιερώσεις. Αυτό για μένα είναι ο ορισμός της δυστυχίας. Έτσι απλά τσεκάρω τη σχέση μας χρόνια. Να θέλω την αγκαλιά του όταν ακούω τραγούδια, να ασφυκτιά η καρδιά να χωθεί στην αγκαλιά του. Αυτό ακριβώς! Κι έτσι όπως ταξίδευαν οι μνήμες διακτινίστηκα, σε μια ταράτσα στη Λαμία…

Τι περίεργα ήταν τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας! Λες και το ένστικτο της μάνας μου την οδήγησε σωστά, να «φορτώσω» ζωή, εικόνες πολυποίκιλτες, αντίθετες, να ρουφάω το ενδιαφέρον άσχετα με το χώρο, τον τόπο, την κοινωνική ομάδα. Σομελιέ στιγμών κανονικός! Κι έτσι τα καλοκαίρια περιελάμβαναν μπάνια στον Αστέρα του απόλυτου πλούτου (δεκαετία 70…), κολέγιο summer school στην Ελβετία (όλα τα εμιράτα να παλεύουν για τον εξευρωπαϊσμό των τέκνων…Τι σκηνές!) και μετά στη θεία Κούλα στη Λαμία. Αυτές είναι αντιθέσεις! 

Το λάτρευα εκείνο το σπίτι. Γιατί μου δίδασκε ότι η φτώχια δεν ήταν ντροπή αλλά κατάσταση, που οι άνθρωποι όφειλαν να διαχειριστούν, εξασκώντας τεχνικές αντικατανάλωσης και υγιούς οικονομίας, σύμφωνη με τους κανόνες αξιοπρεπείας τους. Το δώρο ας πούμε που τους πρόσφερα, δεν ήταν γι΄αυτούς μόνο το περιεχόμενο αλλά και το κουτί και η κορδέλα που έκρυβαν γιατί κάπου θα τους χρησίμευε. Τα σκισμένα καλσόν θα καταχωνιάζονταν καθώς και τα τσόφλια από τα κρεμμύδια για να φτιάξουν το Πάσχα αυγά με τεχνοτροπία, με σχέδια…Και η ντουλάπα τους…Αχ η ντουλάπα! Μια τρίφυλλη καρυδένια όλη κι όλη. Συγκεκριμένα τα ρούχα. Βαφτισμένα. Τα «καθημερινά», το «καλό», το «ρούχο του άλλου κόσμου»… Μέχρι και γι αυτό προέβλεπαν…Του άλλου κόσμου!

Σε μια τρίφυλλη όλη κι όλη ντουλάπα γαμώ την κατανάλωσή μας! Κι όταν πλάκωναν οι ζέστες, «Έσκασε ο τζίτζικας» σήμερα έλεγε η μια γειτόνισσα στην άλλη καθώς άπλωναν τα ρούχα στις ταράτσες. Έστρωναν τη νύχτα έξω. Όλοι πέρα πέρα σε στρώματα στις ταράτσες. Στρωματσάδα! Κι άρχιζε ο Παγούρας το τραγούδι. Ρωμιός αγάπησε ρωμιά ,Δελφίνι δελφινάκι ο Γιώργος είναι πονηρός… Κι όσο προχώραγε η νύχτα ξεθάρρευε και ξεπέταγε κανέναν Θεοδωράκη «Πάνω στην άμμο τη ξανθή»… Και τότε η γυναίκα του ψιθύριζε «σταμάτα, είναι απαγορευμένα, θάρθει η αστυνομία», «Ποιον πειράζω;» έλεγε εκείνος δήθεν αδιάφορα, «άστον ήσυχο!» επέμενα εγώ με την παιδική μου άγνοια καθώς με ιντριγγάριζε εκείνο το «είναι απαγορευμένα». Μα η θεία Κούλα ήξερε καλύτερα γιατί τον σκούνταγε με νόημα «θες να μας μπλέξεις;» Και τότε ο Παγούρας το έστριβε άτσαλα σε ένα κεφάτο «Βρε ντουνιά να σου δώσω μια»…

Που με ταξίδεψες βρε Ιωαννάκι! Στο «τζου μποξ» της ταράτσας…Τότε που η λέξη «απαγορευμένο» γίνονταν λίπασμα στα χέρια των ανθρώπων για να λογαριάζονται με τα όρια, να εξασκούνται, να παλεύουν… Έτσι καθώς ξεχείλωσαν όλα στις μέρες μας, πεθύμησα ένα όριο. Ένα άγαλμα να γκρεμίσω. Έναν στίχο για όπλο να επαναστατήσω.

Για φαντάσου τόσα χρόνια μετά τη δικτατορία θαρρείς τ΄απαγορευμένα του τότε είναι απαγορευμένα στις μέρες μας λόγω ποιότητας... Πεθύμησα! Πολλά, πάρα πολλά επιθύμησα…


Το τζουκ μποξ στην ταράτσα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου